σίκυον

τὸ, Α [σικύα / σίκυος]
πιθ. σπόρος αγγουριού ή κολοκυθιάς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σικυόν — σίκυος cucumber masc acc sg σικυός cucumber masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίκυον — σίκυος cucumber masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • тыква — укр. тиква, др. русск. тыкы, род. п. къве, болг. тиква, сербохорв. ти̏ква, словен. tîkva, чеш. tykev, слвц. tekvica, польск. tykwa. Сравнивают с греч. σίκυς м. огурец , σίκυος, род. п. ου – то же, местн. н. Σικυών Огуречный город , наряду с этим …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Cucumber — This article is about the fruit. For other uses, see Cucumber (disambiguation). Cucumber Cucumbers grow on vines Scientific classification Kingdom …   Wikipedia

  • κύκυον — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «τὸν σικυόν». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. κυκύιζα] …   Dictionary of Greek

  • πέπων — ο / πέπων, ον, ΝΑ νεοελλ. η πεπονιά και ο καρπός της, δηλ. το πεπόνι αρχ. 1. (ιδίως για καρπούς) αυτός που κατέστη μαλακός από τον ήλιο, ώριμος, γινωμένος 2. (ιδίως για το κρασί) εύγευστος, γλυκός 3. (για αποστήματα) έτοιμος για εμπύηση 4. ήπιος …   Dictionary of Greek

  • χνοώ — άω, ΜΑ [χνόος /χνοῡς] (για νέο ή νέα) αποκτώ χνούδι αρχ. 1. (για φύλλο ή καρπό φυτού) καλύπτεται η επιφάνειά μου από λεπτότατο τρίχωμα («σικυὸν χνοάοντα», Ανθ. Παλ.) 2. μτφ. δροσίζω («χνοόωσαν χάριν ὄμβρου», Τρυφιόδ.) 3. φρ. «χνοάοντες ἴουλοι» οι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.